Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Χαραμάα (η) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

1. η χαραμάδα. 2. η ρωγμή.

Συνώνυμα:

Χαραμαδκιά (η)