Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Χαρνούπιν (το) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

βλ. τεράτσιν (το χαρούπι, το ξυλοκέρατο).

Συνώνυμα:

Χαρούπιν, Χαρούππιν (το)