Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Σ̌σ̌υλλόπελλος (ο) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

βλ. αρκόπελλος (ο θεοπάλαβος, ο θεόμουρλος).

Συνώνυμα:

Αρκόπελλος, Βρωμόπελλος, Γαουρόπελλος, Θεόπελλος, Κατάπελλος, Ολόπελλος -η, -ον