Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου
« Αγρόσ̆σ̆ιλλα (η) »
Ουσιαστικό
Σημασία:
βλ. αβρόσ̌σ̌ιλλα (Πρόκειται για το φυτό σκίλλα η παράλιος (urginea maritima, ουργινέα η παράλια), πολυετής πόα, άγριο φυτό που φύεται σε παράλιες περιοχές με χαρακτηριστικό τα ωραία λουλούδια και την άσχημη μυρωδιά. Τον εν λόγω βολβό τον έβραζαν, τον ξήραιναν, τον κοπάνιζαν, πρόσθεταν ξίδι και αλάτι, το έβαζαν στο αλεύρι και ζύμωναν πίτες, που έψηναν στο σάτζ̆ιν. Ακόμα, σε κάποιες περιοχές, η αβρόσ̆σ̆ιλλα γινόταν γλυκό, αλλά χρησιμοποιείτο και ως φάρμακο).
Συνώνυμα:
αρκόσ̆σ̆ιλλα, αβρόσκιλλα, αρκόσκιλλα, αβρόσ̆σ̆ιλλος, αρκόσ̆σ̆ιλλος (ο), αρκοσ̆σ̆ιλλίν (το), λαμπάιν (το), σπουρτούλλα (η), λούφατος (ο), κρομμυαρκόσ̆σ̆ιλλα (η), σ̆σ̆ιλλοκρόμμυον (το)