Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου
« Αγγουρόσπορος (ο) »
Ουσιαστικό
Σημασία:
σπόρος του αγγουριού.
Ετυμολογία:
αγγούρι+σπόρος
Συνώνυμα:
Αγκουρόσπορος (ο)
Ειδικές φράσεις:
Ό(χ)ι αγγουρόσπορον! (=Για δήλωση του εξωπραγματικού, που δεν μπορεί να γίνει πιστευτό)