Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Αγιοψυσ̌ιά (η) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

με ψυχή Αγίου, πολύ καλός άνθρωπος.

Ετυμολογία:

Άγιος+ψυσ̌ιά=ψυχή