Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Αγκαλολοώ »

Ρήμα

Σημασία:

μαζεύω στάχυα για να τα κάμω αγκάλες, δέσμες.

Ετυμολογία:

αγκάλη+λόγος