Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου
« Αγναροπάτημαν (το) »
Ουσιαστικό
Σημασία:
βλ. αγνάριν (1. το αποτύπωμα ποδιού ζώου ή ανθρώπου στο έδαφος, ίχνος πατημασιάς. 2. το σημάδι).
Ετυμολογία:
αγνάριν + πατώ
Συνώνυμα:
Αγναρόποδον (το), Αχναπόδαρον (το), Αχνάριν (το), Αχναρόποδον (το), Γνάριν (το)
Ειδικές φράσεις:
«όσ΄αγναροπατήματα έσ̌ει μέσα στ΄αλώνιν
Τόσα γλυτζ̌ά φιλήματα έχω που ΄σεν τζ̌’ εγιώνι»
(Μενάνδρου Σίμου, «Τοπωνυμικαί και λαογραφικαί μελέται», σελ. 210, Λ/σία, 2001)