Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Aδικοπαλλούκωμαν (το) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

άδικος θάνατος με παλλούκωμα. Το «παλλούκωμαν» ήταν ένας φρικτός, αργός, θάνατος ο οποίος προερχόταν από σούβλισμα κάποιου από τον πρωκτό του μέχρι τον ώμο, συνέπεια εσωτερικής αιμορραγίας.

Ετυμολογία:

άδικος+παλλούκωμα

Ειδικές φράσεις:

«... σε σας που σφάξαν σ̌οιρινά τζ̌ι αδικοπαλλουκώσαν, σ΄όσους με σ̌ίλια κάστια το γαίμαν εσ̌ωνώσαν...» (Λιπέρτη Δ. «'Απαντα», σελ.94, 1969)