Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Αδικοπράκτης (ο) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

αυτός που κάνει άδικες πράξεις.

Ετυμολογία:

άδικος+πράττω

Συνώνυμα:

αδικοπράσσω