Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Αερογάμης (ο) »

Επίθετο

Σημασία:

1. ψεύτικος, μη ποιοτικός, άστατος, σπάταλος. 2. Είδος πουλιού («Αερογάμης» ονομαζόταν και το γεράκι, «κίτσης», επειδή στέκει μετέωρο στον αέρα στο ίδιο σημείο).

Ετυμολογία:

αέρας+γαμώ