Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Αθθαρόμουγια (η) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

μύγα που κολλά στο δέρμα των αιγών.

Ετυμολογία:

αθθάριν+μούγια= μύγα