Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Αϊσαββαθκιάτικον (το) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

Άγιο Σάββατο.

Ετυμολογία:

Άι= Άγιο+Σαββαθκιάτικο