Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Ακαθθοπύρωμαν (το) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

πυρετός

Ετυμολογία:

ακάθθιν= κάνθαρος+πύρωμα

Συνώνυμα:

Ακαττοπύρωμαν (το)