Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Ακροκαλαμιώνας (ο) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

χώρος όπου φύτρωναν καλάμια

Ετυμολογία:

άκρος=στην άκρια+καλαμώνιας