Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Ακρόμουττη (η) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

άκρια της μύτης. Λέγεται μεταφορικά και για μακρινά και μοναχικά τμήματα χωραφιών.

Ετυμολογία:

άκρια+μούττη= μύτη

Ειδικές φράσεις:

«...να ΄τουν ψευκιές μου, ειλικρινά, ας μεν χαρώ το φως μου, εγιώνει δεν κρατώ κατζ̌ιά μ΄αγκρίστηκες, βασιλιτζ̌ιά, τζ̌ι ακρόμουττη του δκυόσμου...» (Αψερού Γ. Ανδρέα, «Τα λαμπικκαρισμένα μου», σελ.10, 2002)