Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου
« Ακρόσ̌ειλα (η) »
Ουσιαστικό
Σημασία:
στην άκρια των χειλιών, μεταφ. σε ακραίο σημείο.
Ετυμολογία:
άκρια+σ̌είλη
Ειδικές φράσεις:
«...μάνα για σεν εγράφασιν, γράφουσιν τζ̌αι θα γράφουν,
.....γιατί πιντώννεις την ζωήν στ΄ ακρόσ̌ειλα του τάφου...»
(Αψερού Γ. Ανδρέα, «Τα λαμπικκαρισμένα μου», σελ.57, 2002)