Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου
« Αλαβροκόπημαν (το) »
Ουσιαστικό
Σημασία:
απαλλαγή από κόπο, ξεκούραση.
Ετυμολογία:
αλαβρός + κόπος
Συνώνυμα:
Αλαφροκόπημαν (το)
Ειδικές φράσεις:
«τότες αλαφροκόπημαν εν της σκλαβκιάς το βάρος...»
(Λιπέρτη Δ. «'Απαντα», σελ.108, 1969)