Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Aλαφροκοπημένος (o) »

Μετοχή

Σημασία:

βλ. αλαβροκοπημένος (αυτός που δεν έχει πολλά βάρη, που ανακουφίζεται από πόνους).