Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου
« Αλαβροπιάννω »
Ρήμα
Σημασία:
πιάνω ελαφριά, μαλακά.
Ετυμολογία:
αλαβρά+πιάνω
Συνώνυμα:
Αλαφροπιάννω
Ειδικές φράσεις:
«...κι αλαβροπιάσ΄με, Διενή, για να σ΄αλαβροπιάσω,
κι αλαβροπιάνν΄ο Διενής και σφιχτοπιάνν΄ο Χάρος...»
(Παπαδόπουλου Θεόδωρου, «Δημώδη Κυπριακά Άσματα», Κέντρο Επιστημονικών Ερευνών, σελ.26, 1975