Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου
« Αλαβρόχωμαν (το) »
Επίθετο
Σημασία:
χώμα μαλακό.
Ετυμολογία:
αλαβρό= ελαφρό+χώμα
Συνώνυμα:
Αλαφρόχωμαν (το)
Ειδικές φράσεις:
«...βρίσκουν αλαβρόχωμαν, συμφέρει που φτυχούσιν...»
(Λιασίδη Παύλου, «Άπαντα», Τομ. 2, σελ.44, 1998)