Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου
« Αλακατόλακκος (ο) »
Ουσιαστικό
Σημασία:
βαθύ πηγάδι που έχει τοποθετημένο ξύλινο αλακάτι, μαγγανοπήγαδο.
Ετυμολογία:
αλακάτι+λάκκος
Συνώνυμα:
Ανακατόλακκος, Νεκατόλακκος (ο)
Ειδικές φράσεις:
«...τζ̌ι όπως εβούραν έδωκεν βέβαια κατά λάθος
σ΄έναν αλακατόλακον, με δέκα μέτρα βάθος
που φαΐν έτουν θα γένετουν για λλόου του ο τάφος....»
(Αχνιώτη Χαμπή, δημοσ. Σε μέσο κοιν. δικτύωσης, 13/01/2014)