Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου
« Aλλαξόπιστος (o) »
Επίθετο
Σημασία:
αυτός που αλλάζει πίστη.
Ετυμολογία:
αλλάσσω+πίστη
Ειδικές φράσεις:
«...Ο κόσμος στέκει, ξηστικός εις το δικόν σου δράμαν
ότι κραούν σε όμηρον εν φανερόν το πράμαν,
σφίχτου να βκεις τον γολγοθάν οχτρόν μεν προσ̌σ̌υνήσεις
βάστα γερά τα κκότσια σου, μεν αλλαξοπιστήσεις...»
(Κ.Κατσαντώνη-ποίημα «Βαρώσιν μου», αρχείο Π.Ο. «ΒΑΣΙΛΙΤΖΙΑ»)