Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου
« Βαρετόλοος (ο) »
Επίθετο
Σημασία:
αυτός που λέει βαριά και άσχημα λόγια.
Ετυμολογία:
βαρετός+λόος
Ειδικές φράσεις:
«...είπες τον βαρετόλοον, της ώρας λαπορτάρει σε
τζ̌αι μες στην χάψην μπήει σε τζ̌ειμέσα τζ̌αι βρομίζεις...»
(Λιασίδη Παύλου, «Άπαντα», 2, σελ. 228, 1998)