Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Βαροπαστελλώννει »

Ρήμα

Σημασία:

υπερωριμάζει

Ετυμολογία:

βαρύς+παστελλώννω

Ειδικές φράσεις:

«τούτη ζωή μας εν γλυτζ̌ιά, εν σύκον πάνω στην συτζ̌ιάν που βαρεπαστελλώννει τζ̌ι εν το κρατίζει με γλεπιόν τζ̌αι ππέφτει μανιχόν του πκιον τζ̌αι σέπεται τζ̌αι λιώννει....» (Κακολή Παντελή, «Λιοπετρίτες ποιητές-Ξόπλια του νου τζ̌αι της καρκιάς», σελ.209, 2013 ποίημα Ττάκκα Δ.)