Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Βαρυσασ̌ιάζω, -ει »

Ρήμα

Σημασία:

βαρυστομαχιάζω

Ετυμολογία:

βαρύς+σάχι (=στομάχι)

Ειδικές φράσεις:

«... άμαν βρασ̌εί πολλές βολές τζ̌αι βαρυσασ̌ιάσει, πκιον τζ̌ιτρινίζει τζ̌ι αρρωστά, π΄αρκεί να της περάσει...» (Λιασίδη Παύλου, «Άπαντα», 1, σελ.143, 1997)