Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Βασταεροί (οι) »

Επίθετο

Σημασία:

που κρατούν γερά.

Ετυμολογία:

βαστώ+γερά

Ειδικές φράσεις:

«τζ̌αι πως τρώμεν δίχα τζ̌είνης τζ̌ι είμαστεν βασταεροί...»