Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Βελονότρυπα (η) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

η τρύπα του βελονιού.

Ετυμολογία:

βελόνι+τρύπα

Ειδικές φράσεις:

«...εν νεκουτρεύκω στ΄άσ̌ερον τον ψύλλον να γυρέψω μήτε που βελονότρυπαν τον κάμηλον να ρέξω...» (Κατσαντώνη Ν. Αντώνη, «Του νου μου τα ποσπόρκα», σελ. 49, Δερύνεια, 2017)