Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου
« Βερκολυϊσμένος, -η, -ο »
Επίθετο
Σημασία:
λυγισμένος όπως η βέργα.
Ειδικές φράσεις:
«γαρύφαλλο γαρουφαλιάς τζ̌αι κανελιάς κανέλλα
έχω αγκάλες ανοιχτές τζ̌ι όποττε θέλεις έμπα.
Πέ μου το στράτα πε μου το, στράτα μαρμαρωμένη
αν έρεξεν που δαχαμαί η βερκολυϊσμένη»
(Παντελίδη Παντελή, «Ακανθού-εκεί που σμίγουν θρύλοι και ιστορία», σελ. 153, 1984)
ή
«...μεν αρωτάς τα σ̌είλη μου είντα ΄χουν τα καμένα,
γιατ΄έχουν φοβερούς καμούς στα βερκολυϊσμένα...»
(Μενάνδρου Σίμου, «Τοπωνυμικαί και λαογραφικαί μελέται», σελ.358, Λ/σία, 2001)