Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Βλαγκοκαύκαρη, -άρα (η) »

Επίθετο

Σημασία:

αίγα με βαθύ χρώμα καφέ, χρώμα σκοτεινού, χωρίς κέρατα.

Ετυμολογία:

βλαντζ̌ί= συκώτι+ καύκαρη= άγονη