Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Δακτυλόδεκτος (ο) »

Επίθετο

Σημασία:

αυτόν που δείχνουν με το δάκτυλο, που έχει κάτι σε βάρος του, λόγω κακών πράξεων.

Συνώνυμα:

δακτυλόδεχτος (ο)

Ειδικές φράσεις:

«...να τους δακτυλοδείγνουμεν να ξέρουν τα παιδκιά μας ποιοι μας εκαταστρέψασιν τζ̌αι μας τζ̌αι τα χωρκά μας...» (Χαπέσιη Βασίλη, «Το χρέος», σελ. 31, 1998) «το λέειν μου βελόνιασ΄το καλά να με θυμάσαι τζ̌αι δαχτυλοδειχτούμενος όπου τζ̌ι αν πας εν νά ΄σαι...» (Λιπέρτη Δ. «'Απαντα», σελ.236, 1969)