Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Δαφνοστέφανον (το) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

το στεφάνι από δάφνη

Ετυμολογία:

δάφνη+στεφάνι

Συνώνυμα:

δαμνοστέφανον (το)

Ειδικές φράσεις:

«...να κόψω το καλλύττερον τραντάφυλλον τζ̌αι φκιόρον να μπλέξω δαφνοστέφανον να σου το κάμω δώρον...» (Κατσαντώνης Ν. Αντώνης,-ποίημα «Αγρότισσα», αρχείο Π.Ο. «ΒΑΣΙΛΙΤΖΙΑ»)