Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Δεματοκουβάλημαν (το) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

η εργασία όπου μεταφέρονται τα δεμάτια.

Ετυμολογία:

Ειδικές φράσεις:

«...θυμούμαι το ξυλάλετρον, το θέρος, το δρεπάνιν το δεματοκουβάλημαν, τ΄αλώνιν, την βουκάνην του αλωνιού το πόσπασμαν στης άγνης το τουμάνιν...» (Κακολή Παντελή, «Με γνήσιον προζύμιν», σελ.142, 2008)