Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Ελιοχώριν (το) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

χωράφι με ελαιόδεντρα.

Ειδικές φράσεις:

«...ελιά μου τζ̌΄ελιοχώριν μου, που μου΄ ππεσες αππάιν τζ̌΄ εν ο καρπός σου μάλιν μου σάζω σε, να΄ν χαλάλιν μου ολόγρονα το λάιν...» (Ράφτη Πέτρο Μιχάλη, «Του νου μου τα γεννήματα», σελ. 60, Λιοπέτρι, 2017)