Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Εξηνταριζούσες (οι) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

βλ. εξηντάριζες (λεγόταν για τις τσαγγαροποδίνες με καρφιά από κάτω).