Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Εξωψυσ̌ιής (ο) »

Επίθετο

Σημασία:

ανοικτόκαρδος.

Ετυμολογία:

έξω+ψυσ̌ή= ψυχή