Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Επικατάρατος (ο) »

Επίθετο

Σημασία:

αυτός που έχει πάνω του κατάρα.

Ετυμολογία:

Ειδικές φράσεις:

«...τζ̌ι εννά ΄ν΄επικατάρατοι, ώσπου ΄χει κόσμον πάντα, σαν τζ̌είνον που πκιερώθηκεν αρκύρια τριάντα...» (Ττάκκας Δημήτρης «Νερόν τρεχάτον», βιβλιοθ. Κυπρίων Λαϊκών Ποιητών, Επιμέλεια Δρα Κ. Γιαγκουλλή, σελ. 45, 1998)