Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Ποδκιαβαίννω »

Ρήμα

Σημασία:

περνώ, διαβαίνω (Αόριστος: Εποδκιάβηκα).

Ειδικές φράσεις:

«τ’ αμμάδκια που ‘ δαν τζ̌ι’ είπαν εβκήκαν τζ̌αι τζ̌είνα πον είδαν τζ̌ι’ είπαν πως εποδκιαβήκαν»