Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Εσ̌σ̌εκκάφαλης (ο) »

Επίθετο

Σημασία:

1. βλάκας, με κεφαλή γαϊδάρου, γαϊδουροκέφαλος. 2. ο πεισματάρης.

Ετυμολογία:

Τουρκ.esek= γαϊδαρος+kafa = κεφάλι