Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου
« Ζαοβέρκα (η) »
Ουσιαστικό
Σημασία:
στραβή βέργα.
Ετυμολογία:
ζαβή= σταρβή+βέρκα= βέργα
Ειδικές φράσεις:
«το πλάσμαν θέλει τακτικά γυμναστικήν,
είτε στον νουν γυμνάζετ΄ένας ή στα σ̆έρκα.
Εν την δουλεύκεις την φωνήν στην μουσικήν,
εννά γινεί με τον τζ̌αιρόν μια ζαοβέρκα»
(Λιασίδη Παύλου, «Άπαντα», 2, σελ.123, 1998)