Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου
« Ζινυχοκουρεμένος, -η, -ο »
Επίθετο
Σημασία:
με κουρεμένο τον σβέρκο, με πολύ κοντά μαλλιά.
Ετυμολογία:
ζινίσ̌ι= σβέρκο+κουρεμένος
Ειδικές φράσεις:
«...εμέναν, εμμ΄αρέσκουσιν, οι μαντυλοϊμμένες,
θέλω τες κοντοφούστανες, ζηνυχοκουρεμένες...»
(Κακολή Παντελή, «Λιοπετρίτες ποιητές-Ξόπλια του νου τζ̌αι της καρκιάς», σελ.100, 2013, ποίημα Κούβαρου Νικόλα)