Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου
« Ζουροχορημένος (ο) »
Μετοχή
Σημασία:
αυτός που φορεί λερωμένα ρούχα.
Ετυμολογία:
ζούρα= βρομιά+χ(φ)οριμένος= ντυμένος
Συνώνυμα:
Ζουροφορημένος (ο)
Ειδικές φράσεις:
«...την δκιαν τους να παρατηρούν πόμακρα λυπημένα
θεμ΄άνυφτα τζ̌ι ολόμυξα τζ̌αι ζουροφορημένα...»
(Ανδρέου Ανδρέα, «Αυγόρου-το χθες και το σήμερα», σελ.137, 2002)