Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Θκιαρτοσ̌ιωνώννω »

Ρήμα

Σημασία:

ζυμώνω, κατασκευάζω ψωμιά.

Ετυμολογία:

θκιαρτίζω= ζυμώνω άρτο, ψωμί+ σ̌ωνώννω = χύνω

Ειδικές φράσεις:

«πάνω μου μεν ποταβριστείς γιατί κρατώ μασ̌ιέρκα τζ̌αι θκιαρτοσ̌ιωνώννω σε που πόδκια τζ̌αι που σ̌ιέρκα» (Ταρσούλη Αθηνά, «Κύπρος», 2, σελ.410, 1963)