Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Θκυομερίτικα (τα) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

δύο μέρη.

Ετυμολογία:

θκυο+δύο+μέρη

Ειδικές φράσεις:

«...φεγγάρκα δκυομερίτικα τα καμαρόβρυά της, λαιμά σαν τα κρυά νερά, λουσάτα τα μαλλιά της...» (Ράφτη Πέτρου Μιχάλη, «Του νου μου τα γεννήματα», σελ. 47, Λιοπέτρι, 2017)