Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Καγκαρόγαρος (ο) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

υψηλόσωμος γαϊδαρος.

Ετυμολογία:

κάγκαρος=ψηλό, ιταλ.ganghero, μοχλός πόρτας ή παραθύρου, ψηλός σύρτης+γάρος= γαϊδαρος