Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Καθαγρονικόν (το) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

κάτι που συμβαίνει κάθε χρόνο.

Ετυμολογία:

κάθε+γρονικό= χρόνο

Συνώνυμα:

καθεγρονικόν (το)

Ειδικές φράσεις:

«...γιορτάζει καθαγρονικόν ο κόσμος έτσ΄ημέρα τζ̌αι τζ̌υμματίζουν κότσ̌ινα φλάμπουρα στον αέρα...» (Μαππούρα Ανδρέα, «Ο γεροπλάτανος», σελ.45, 1988) ή «...δεντρόν πον΄καθαγρονικόν μαξουλερόν, να ξέρεις...» (Λιασίδη Παύλου, «Άπαντα», 1, σελ.131, 1997)