Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Καθετζ̌υρκακά (τα) »

Επίθετο

Σημασία:

κάθε Κυριακή. Τα «καλά» ρούχα που φορά κάποιος κάθε Κυριακή.

Ετυμολογία:

κάθε+τζ̌υρκακά>τζ̌υρκατζ̌ή=Κυριακή

Ειδικές φράσεις:

«...-εν θέλουμεν τα σπίδκια σου, τα πυρκογυρισμένα, τζ̌αι ούτε τα ρούχα σου, τα καθετζ̌υρκακά σου...» (Καραφυλλίδης Πέτρος, «Κώμα του Γιαλού-Γη που νοσταλγώ», σελ.100, 1993, από το ποίημα της Μαρίας Τοφαλλή, 99 χρόνων)