Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Κακάντερος (ο), -ια (η) »

Επίθετο

Σημασία:

εκδικητικός, κακός.

Ετυμολογία:

κακός+άντερον

Ειδικές φράσεις:

«...για τούτους τους κακάντερους γονιούς σου που μιαν την άλλην ξένους έσσω κουβαλούν σου...» (Λιασίδη Παύλου, «Άπαντα», 1, σελ.181, 1997)