Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου
« Κακοβλάηκα »
Ρήμα
Σημασία:
(γ' ενικό) κακόπαθα, πληγώθηκα.
Ειδικές φράσεις:
«...απού το λάιν, πέτε μου,
έναν που κακοβλάην
΄κόμα ο πόνος τζ̌ι πληγή
γιατρεύτηκεν με λάιν...»
(Αψερού Γ. Ανδρέα, «Τα λαμπικκαρισμένα μου», σελ.71, 2002)