Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Κακοκκεφκιασμένος (ο) »

Μετοχή

Σημασία:

κακοδιάθετος.

Ετυμολογία:

κακός+κκέφι= κέφι

Ειδικές φράσεις:

«...να πας τζ̌αι σου που την δουλειά δρωμένος, ποσταμένος περίλυπος τζ̌αι νηστικός τζ̌αι κακοκκεφκιασμένος... (Μαππούρα Ανδρέα, «Ο γεροπλάτανος», σελ.12, 1988)